ΜΟΚΑΣ ως «θεσμική ασπίδα» Αναστασιάδη – πόρισμα εγείρει ευθύνες Ρωσσίδου-Παπακυριακού
Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς εντοπίζει ενδείξεις κατάχρησης εξουσίας από τον τ. Πρόεδρο Αναστασιάδη και πιθανές ποινικές ευθύνες της τ. επικεφαλής της ΜΟΚΑΣ.

Πώς η ΜΟΚΑΣ φέρεται να λειτούργησε υπέρ Αναστασιάδη – τι καταγράφει η Αρχή κατά της Διαφθοράς
Η Αρχή κατά της Διαφθοράς εντοπίζει ενδείξεις ενδεχόμενης κατάχρησης εξουσίας από τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη, καθώς και πιθανές ποινικές ευθύνες της τότε επικεφαλής της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (ΜΟΚΑΣ), Εύας Ρωσσίδου-Παπακυριακού. Αυτά προκύπτουν από την ανακοίνωση της Αρχής για το βιβλίο «Κράτος Μαφία» του Μακάριου Δρουσιώτη, όπως μεταδίδει το Politis.
Η έρευνα του 2019 και το δημοσίευμα του OCCRP
Το επίμαχο κεφάλαιο του πορίσματος αφορά τον τρόπο με τον οποίο η ΜΟΚΑΣ διερεύνησε, το 2019, ισχυρισμούς που συνέδεαν το δικηγορικό γραφείο Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι με ύποπτες χρηματοοικονομικές ροές. Η αφορμή δόθηκε από δημοσίευμα του OCCRP τον Αύγουστο του 2019, υπό τον τίτλο «Bank Records Link President of Cyprus to 'Troika Laundromat'», το οποίο ισχυριζόταν ότι το γραφείο διευκόλυνε τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, διακινώντας εκατομμύρια δολάρια μέσω εταιρειών-κελύφη και λειτουργώντας ως διαμεσολαβητής για πελάτες υψηλού κινδύνου.
Μετά το δημοσίευμα, ο τότε Πρόεδρος δήλωσε δημόσια ότι από την εκλογή του στην προεδρία του ΔΗΣΥ το 1997 ήταν «σιωπηλός μέτοχος» χωρίς καμία εμπλοκή στο γραφείο. Η Αρχή, ωστόσο, καταγράφει ότι από αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει πως ο Αναστασιάδης διατηρούσε ενεργό ρόλο και γενική εποπτεία των δραστηριοτήτων του γραφείου έως την παραίτησή του από τη θέση του γενικού συνεταίρου, στις 26 Φεβρουαρίου 2013.
Η δημόσια έκκληση προς τη ΜΟΚΑΣ
Το κρίσιμο σημείο στο πόρισμα είναι η δημόσια έκκληση που απηύθυνε ο τότε Πρόεδρος προς τη ΜΟΚΑΣ, ζητώντας τη διερεύνηση των ισχυρισμών του OCCRP. Σύμφωνα με την Αρχή, η χρήση του προεδρικού αξιώματος σε ζήτημα που άπτεται άμεσα προσωπικών και οικογενειακών συμφερόντων — η ιδιωτική εταιρεία έφερε το όνομά του και οι δύο κόρες του ήταν μέτοχοι — εγείρει σοβαρές ανησυχίες για αυθαίρετη θεσμική παρέμβαση, ακατάλληλη άσκηση πολιτικής επιρροής και πιθανή κατάχρηση εξουσίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στο χρονοδιάγραμμα. Η τότε επικεφαλής της ΜΟΚΑΣ, Εύα Ρωσσίδου-Παπακυριακού, υποστήριξε ότι η Μονάδα ενήργησε αυτεπάγγελτα μετά την ανάγνωση του δημοσιεύματος. Η Αρχή, όμως, καταγράφει ότι η ΜΟΚΑΣ είχε ήδη λάβει επίσημη παραπομπή από ελεγκτικό οίκο για τις ίδιες συναλλαγές οκτώ ημέρες πριν από τη δημόσια έκκληση Αναστασιάδη, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια μέχρι τη δημόσια παρέμβαση του τότε Προέδρου.
Κριτική στην ποιότητα της έρευνας
Η ανακοίνωση ασκεί επίσης ευθεία κριτική στον τρόπο διεξαγωγής της έρευνας. Παρότι η ΜΟΚΑΣ αποτελεί την κεντρική εθνική Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών και είχε καθήκον να διερευνήσει ενεργά και να εξασφαλίσει αποδείξεις, η Αρχή εκτιμά ότι αρκέστηκε στην αποδοχή εξηγήσεων χωρίς ανεξάρτητη επαλήθευση. Η ΜΟΚΑΣ φέρεται να μην εξασφάλισε επαρκή τεκμηρίωση για την προέλευση και τον προορισμό των κεφαλαίων που εξετάζονταν, παρά την ύπαρξη στοιχείων που δικαιολογούσαν περαιτέρω ποινική διερεύνηση.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, τα αρχεία συναλλαγών παρουσίαζαν σαφείς ενδείξεις ξεπλύματος παράνομου χρήματος: εταιρείες-κέλυφη εγγεγραμμένες στην Καραϊβική, συναλλαγές ύψους 220 εκατομμυρίων δολαρίων μέσω χωρών υψηλού κινδύνου, ενδοεταιρικές χρηματοδοτήσεις, δάνεια σε συνδεδεμένα μέρη και τροποποιήσεις δανείων με μηδενικό επιτόκιο. Κατά την Αρχή, τέτοιοι μηχανισμοί μπορούσαν να συσκοτίσουν παράνομες συναλλαγές, αλλά παραγνωρίστηκαν κατά τη διεξαγωγή της έρευνας.
Η δημόσια «απαλλαγή» και τα ερωτήματα που εγείρει
Σημαντική παράμετρος αποτελεί και το γεγονός ότι, παρότι τα πορίσματα της ΜΟΚΑΣ κατά κανόνα δεν δημοσιοποιούνται, η Ρωσσίδου-Παπακυριακού εξέδωσε δημόσια ανακοίνωση στις 20 Δεκεμβρίου 2019. Σε αυτή δήλωνε ότι από την έρευνα δεν προέκυψε «τίποτα κατακριτέο», απαλλάσσοντας δημόσια τόσο τον τότε Πρόεδρο όσο και το δικηγορικό γραφείο. Η Αρχή κρίνει ότι το πόρισμα της ΜΟΚΑΣ δεν αποτελούσε ακριβή αποτύπωση των στοιχείων που είχαν συλλεχθεί και ότι προειδοποιητικές ενδείξεις παραγνωρίστηκαν.
Ενδείξεις κατάχρησης εξουσίας σε επίπεδο ισοζυγίου πιθανοτήτων
Στην κατάληξή της, η Αρχή αναφέρει ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις — στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όχι στο ποινικό επίπεδο απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας — για ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας ή απόπειρα κατάχρησης εξουσίας από τον Αναστασιάδη. Η δημόσια παρέμβασή του προς τη ΜΟΚΑΣ παρουσιάζεται ως πιθανή χρήση κρατικής Μονάδας Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών για την προστασία της δημόσιας εικόνας του ιδίου και της εταιρείας που έφερε το όνομά του.
Για την Ρωσσίδου-Παπακυριακού, η Αρχή καταγράφει ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες για κατάχρηση εξουσίας και παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος. Ο ελλιπής τρόπος διεξαγωγής της έρευνας, η αποδοχή εξηγήσεων χωρίς ανεξάρτητο έλεγχο και η αδικαιολόγητη αδράνεια έναντι ενδείξεων παρανομίας συνιστούν, σύμφωνα με την ανακοίνωση, ουσιώδη απόκλιση από τις αρχές ορθής άσκησης καθηκόντων εθνικής Μονάδας Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών.
Η υπόθεση της ΜΟΚΑΣ αναδεικνύεται έτσι σε ένα από τα πλέον θεσμικά ευαίσθητα κεφάλαια του πορίσματος· θέτει υπό αμφισβήτηση όχι μόνο την ουσία των ισχυρισμών για ύποπτες χρηματοοικονομικές ροές, αλλά κυρίως το κατά πόσο ένας ανεξάρτητος μηχανισμός ελέγχου λειτούργησε με την απαιτούμενη αυτονομία από την εκτελεστική εξουσία.
Source: Politis