Υπόθεση «Σάντη»: Η γυναίκα-κλειδί σπάει τη σιωπή και αρνείται εκβιασμό ή δωροδοκία
Η κεντρική μάρτυρας της υπόθεσης «Σάντη» δηλώνει δημοσίως ότι δεν εκβιάστηκε και δεν δωροδοκήθηκε. Ζητά τεχνικό έλεγχο των μηνυμάτων μέσα από τις συσκευές του Μακάριου Δρουσιώτη.

«Δεν εκβιάστηκα, δεν χρησιμοποιήθηκα» — η «Σάντη» μιλά για πρώτη φορά δημοσίως
Η γυναίκα που βρίσκεται στο επίκεντρο της πολύκροτης υπόθεσης «Σάντη» έσπασε τη σιωπή της με γραπτή δήλωση που κυκλοφόρησε μέσω του δημοσιογράφου Μανώλη Καλατζή και της Cyprus Times, σύμφωνα με το Philenews. Σε αυτή αρνείται κατηγορηματικά ότι εκβιάστηκε, χρησιμοποιήθηκε ή δωροδοκήθηκε για να καταθέσει όσα κατέθεσε στην Αστυνομία.
«Δεν γράφω αυτό το κείμενο για να ζητήσω από κανέναν να με δικαιολογήσει», αναφέρει η ίδια. «Το γράφω γιατί για πολύ καιρό η δική μου πλευρά δεν ακούστηκε όπως πραγματικά τη βίωσα».
Πώς «μπήκε στον ρόλο»
Η «Σάντη» παραδέχεται ότι η εμπλοκή της ξεκίνησε από δικές της επιλογές, μέσα από συζητήσεις με τον δικηγόρο Νίκο Κληρίδη. «Στην αρχή ήταν μια κουβέντα. Μετά ήρθαν οι ερωτήσεις. Οι απαντήσεις έφερναν νέες ερωτήσεις και, κάποια στιγμή, άρχισα να μπαίνω σε έναν ρόλο. Στον ρόλο της "Σάντης"», γράφει.
Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι η αναγνώριση της δικής της συμμετοχής δεν ισοδυναμεί με αποδοχή «κάθε εκδοχής, κάθε ερμηνείας και κάθε γεγονότος που προστέθηκε αργότερα». Κατά την αφήγησή της, ο ρόλος αυτός δημιουργήθηκε σταδιακά, χωρίς να είναι πάντα σαφές πού σταματούσε η πραγματικότητα και πού άρχιζε η επινόηση, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να αποδεσμευτεί από τις εξελίξεις.
«Δεν χρησιμοποιώ κανέναν χαρακτηρισμό ως διάγνωση ούτε ως δικαιολογία. Προσπαθώ απλώς να περιγράψω πώς ένας άνθρωπος μπορεί να παρασυρθεί σε έναν ρόλο και να δυσκολεύεται, όσο περνά ο χρόνος, να βγει από αυτόν», αναφέρει.
Η επαφή με Ορφανίδη και Δρουσιώτη
Σύμφωνα με τη δήλωσή της, όπως την παραθέτει το Philenews, η πρώτη επικοινωνία με τον δημοσιογράφο Στέλιο Ορφανίδη έγινε το 2020, κατόπιν ενεργειών του Νίκου Κληρίδη. Στη συνέχεια προέκυψε η επαφή με τον Μακάριο Δρουσιώτη και η συνάντησή τους στις 26 Απριλίου 2023, σε καφετέρια στο Mall of Cyprus.
Στόχος της εκείνη τη βράδυ, γράφει η ίδια, ήταν να ακούσει τι γνώριζε ο δημοσιογράφος. «Ήθελα να πάω στη συνάντηση και να ακούσω. Να καταλάβω τι γνώριζε αυτός ο άνθρωπος». Κατά την εντύπωση που σχημάτισε, ο Δρουσιώτης είχε ήδη διαμορφωμένη άποψη για την υπόθεση. «Δεν ένιωθα ότι εγώ του αποκάλυπτα μια άγνωστη υπόθεση», σημειώνει.
Επικαλείται επίσης δημόσια αναφορά του Στέλιου Ορφανίδη, σύμφωνα με την οποία συναντήθηκε το 2023 στην Αθήνα με τον Δρουσιώτη και του ανέφερε την έρευνα που είχε ξεκινήσει. Κατά την ίδια αφήγηση, ο Δρουσιώτης φέρεται να ανέφερε τότε ότι κι ο ίδιος βρισκόταν σε επαφή με γυναίκα με την ίδια ιστορία. Η «Σάντη» χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο περιστατικό για να υποστηρίξει ότι η υπόθεση είχε αποκτήσει διαδρομή και πέρα από τις δικές της επαφές. «Δεν αποδέχομαι την εκδοχή ότι από εμένα προήλθαν όλα τα στοιχεία που αργότερα παρουσιάστηκαν ως βάση της υπόθεσης», τονίζει.
Το χαμένο κινητό και το αίτημα για τεχνικό έλεγχο
Σε ό,τι αφορά τα επίμαχα μηνύματα, η «Σάντη» δηλώνει ότι το κινητό τηλέφωνο που χρησιμοποιούσε εκείνη την περίοδο έχει χαθεί και δεν μπορεί συνεπώς να παραδοθεί για τεχνική εξέταση. Θεωρεί, ωστόσο, ότι η διαδρομή των μηνυμάτων μπορεί ακόμη να διερευνηθεί μέσα από τη συσκευή και τους λογαριασμούς του Μακάριου Δρουσιώτη.
Θέτει συγκεκριμένα ερωτήματα: «Από πού προήλθαν τα μηνύματα, πότε στάλθηκαν, μέσω ποιου αριθμού ή λογαριασμού και με ποιον τρόπο έφτασαν στον δημοσιογράφο;». Ζητά τα δεδομένα αυτά να εξεταστούν από ανεξάρτητο πραγματογνώμονα με κάθε νόμιμο τρόπο.
Απευθύνει δε ερώτημα απευθείας στον Δρουσιώτη: «Είναι ο κ. Δρουσιώτης διατεθειμένος να επιτρέψει έναν ανεξάρτητο και νόμιμο τεχνικό έλεγχο των διαθέσιμων δεδομένων της συσκευής και των σχετικών λογαριασμών του, αποκλειστικά ως προς τη διαδρομή των συγκεκριμένων μηνυμάτων μέχρι τον ίδιο;»
«Ζητώ να ακολουθηθεί η διαδρομή των μηνυμάτων και να αφήσουμε τα διαθέσιμα δεδομένα να μιλήσουν», καταλήγει στο σημείο αυτό.
Μετά τη συνάντηση — και η δημόσια αποκάλυψη
Μετά τη συνάντηση με τον Δρουσιώτη, η «Σάντη» άλλαξε κινητό τηλέφωνο και απομακρύνθηκε από την υπόθεση, πιστεύοντας ότι η ιστορία είχε τελειώσει. Δεν μπορούσε, όπως γράφει, να προβλέψει τις διαστάσεις που θα λάμβανε.
Η υπόθεση ήρθε δημοσίως στο φως στις 31 Μαρτίου 2026, μέσω ανάρτησης του Μακάριου Δρουσιώτη. «Για μένα ήταν μια συγκλονιστική στιγμή. Γιατί ξαφνικά δεν ήμουν πλέον απλώς ένας άνθρωπος που είχε εμπλακεί σε μια ιδιωτική ιστορία. Είχα γίνει δημόσιο πρόσωπο μιας υπόθεσης που πλέον συζητούσαν όλοι», αναφέρει.
Υποστηρίζει ότι από εκείνο το σημείο δημιουργήθηκε γύρω της μια εικόνα δυσανάλογα μεγαλύτερη από αυτά που είχε πράγματι πράξει. Δεν ζητά να διαγραφεί η συμμετοχή της, αλλά να μην της αποδοθούν πράξεις, πληροφορίες και προθέσεις που δεν ήταν δικές της.
Στις 2 Απριλίου 2026, δύο ημέρες μετά τη δημόσια αποκάλυψη, προσήλθε στην Αστυνομία και έδωσε γραπτή κατάθεση. Απορρίπτει τις εικασίες ότι η απόφαση αυτή είχε ως κίνητρο την προστασία τρίτου προσώπου ή την οργανωμένη στόχευση κάποιου από τους εμπλεκομένους.
Source: Philenews