Πρωτοδικείο Αθηνών υποχρεώνει τράπεζα να επιστρέψει 100.250 € σε θύμα phishing

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δικαίωσε εταιρεία-θύμα ηλεκτρονικής απάτης, επιδικάζοντας 100.250 € και επιπλέον 4.000 € για ηθική βλάβη.

Τράπεζα καταδικάστηκε για phishing: 100.250 € και αποζημίωση ηθικής βλάβης

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών υποχρέωσε τράπεζα να αποκαταστήσει πλήρως τη ζημία εταιρείας που έπεσε θύμα phishing, απορρίπτοντας την άρνησή της να καταβάλει αποζημίωση. Σύμφωνα με το Dikastiko.gr, η απόφαση με αριθμό 9179/2026 επιδίκασε στην εταιρεία 100.250 ευρώ καθώς και επιπλέον 4.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.

Η υπόθεση αφορούσε επίθεση phishing κατά την οποία τρίτοι απέκτησαν πρόσβαση στο e-banking της εταιρείας μέσω παραπλανητικής επικοινωνίας και ιστοσελίδας που μιμούνταν εκείνη της τράπεζας. Μέσα σε διάστημα περίπου είκοσι λεπτών, εκτελέστηκαν δεκατρείς διαδοχικές μεταφορές συνολικού ύψους 100.300 ευρώ από τον εταιρικό τραπεζικό λογαριασμό. Σε όλο αυτό το διάστημα, κανένας μηχανισμός αποτροπής ή ειδοποίησης δεν ενεργοποιήθηκε από την τράπεζα.

Βάρος απόδειξης και βαριά αμέλεια

Κεντρικό νομικό ζήτημα της δίκης υπήρξε η εφαρμογή του ν. 4537/2018 για τις υπηρεσίες πληρωμών, ιδίως οι κανόνες που διέπουν τις μη εγκεκριμένες συναλλαγές, το βάρος απόδειξης και την έννοια της βαριάς αμέλειας. Το δικαστήριο έκρινε ότι η απλή καταγραφή της χρήσης ενός μέσου πληρωμής δεν αρκεί, αυτή καθαυτή, για να αποδείξει ότι η συναλλαγή εγκρίθηκε από τον κάτοχο του λογαριασμού ή ότι αυτός ενήργησε με δόλο ή βαριά αμέλεια.

Η τράπεζα, σύμφωνα με το δικαστήριο, όφειλε να αποδείξει συγκεκριμένη συμπεριφορά του χρήστη που να υπερβαίνει την απλή αμέλεια. Αν και ο εξουσιοδοτημένος χρήστης της εταιρείας παρέδωσε τους κωδικούς OTP σε τρίτους δράστες, το δικαστήριο δεν χαρακτήρισε την πράξη αυτή ως βαριά αμέλεια. Αιτιολογώντας την κρίση του, το δικαστήριο επεσήμανε τον ιδιαίτερα παραπλανητικό χαρακτήρα της μεθόδου phishing — χαρακτήρα που είναι γνωστός στις τράπεζες, οι οποίες οφείλουν να λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα προστασίας των πελατών τους.

Αποτυχία ανίχνευσης ύποπτων συναλλαγών

Ιδιαίτερο βάρος έδωσε το δικαστήριο στις αυξημένες υποχρεώσεις ασφαλείας που βαρύνουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Αξιολόγησε αρνητικά το γεγονός ότι δεκατρείς διαδοχικές μεταφορές σημαντικών ποσών πραγματοποιήθηκαν μέσα σε είκοσι λεπτά χωρίς να ενεργοποιηθεί κανένας μηχανισμός αποτροπής ή έγκαιρης ειδοποίησης. Το δικαστήριο έκρινε ότι η τράπεζα όφειλε να διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα εντοπισμού ύποπτων συναλλαγών.

Το ποσό της αποζημίωσης

Το δικαστήριο υποχρέωσε την τράπεζα να καλύψει ολόκληρη την περιουσιακή ζημία της εταιρείας, αφαιρώντας μόνο το ποσό των 50 ευρώ που προβλέπει ο νόμος για τον πληρωτή. Επιδίκασε έτσι στην εταιρεία 100.250 ευρώ με νόμιμο τόκο από τις 23 Ιανουαρίου 2023 — ημερομηνία της εξώδικης όχλησης — έως την πλήρη εξόφληση. Επιπλέον, αναγνωρίζοντας ότι η παράνομη συμπεριφορά της τράπεζας έπληξε την επαγγελματική πίστη, τη φήμη και το κύρος της εταιρείας, το δικαστήριο επιδίκασε 4.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Σημασία για επιχειρήσεις και εταιρικούς λογαριασμούς

Η απόφαση τεκμηριώνει ότι η προστασία από μη εγκεκριμένες ηλεκτρονικές συναλλαγές εκτείνεται και στους εταιρικούς λογαριασμούς. Το δικαστήριο δεν αρκέστηκε στη διαπίστωση ότι ο χρήστης παρέδωσε εξ ελαφράς αμελείας τους κωδικούς και τα OTP για να απαλλάξει την τράπεζα από την ευθύνη της. Αντιθέτως, εξέτασε ουσιαστικά τόσο τη συμπεριφορά του χρήστη όσο και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών ασφαλείας του ιδρύματος.

Την υπόθεση χειρίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών παρ' Εφέταις Τέλλος Ν. Αγαπηνός, εταίρος της δικηγορικής εταιρείας «Ν. Τ. Αγαπηνός & Συνεργάτες».

Source: Dikastiko.gr

Read this article in English