Υπόθεση Κυψέλη: Πώς το κατακερματισμένο σύστημα προστασίας άφησε παιδιά εκτεθειμένα
Προειδοποιήσεις, καταγγελίες και εισαγγελικές εντολές δεν στάθηκαν αρκετές για να προστατεύσουν τα παιδιά στην Κυψέλη. Ειδικοί μιλούν στην Ta Nea για θεσμικό κατακερματισμό και απουσία ενιαίου πρωτοκόλλου.
Κυψέλη: Σημάδια υπήρχαν — το σύστημα προστασίας δεν αντέδρασε έγκαιρα
Πίσω από τις κλειστές πόρτες του σπιτιού στην Κυψέλη, οι ενδείξεις ήταν παρούσες από νωρίς. Καταγγελίες είχαν κατατεθεί, φάκελοι είχαν ανοίξει στις κοινωνικές υπηρεσίες, εισαγγελικές εντολές είχαν εκδοθεί, τα παιδιά είχαν νοσηλευτεί επανειλημμένα σε νοσοκομεία και απουσίαζαν συστηματικά από το σχολείο. Όλα μαζί σχημάτιζαν ένα παζλ που δύσκολα θα περνούσε απαρατήρητο. Ωστόσο, κανένα από αυτά τα κομμάτια δεν ενεργοποίησε έγκαιρα έναν αποτελεσματικό μηχανισμό προστασίας για τα τρία παιδιά και το βρέφος που έχασε τη ζωή του.
Σύμφωνα με την Ta Nea, η υπόθεση δεν αποκαλύπτει απλώς ένα οικογενειακό δράμα. Αναδεικνύει τις δομικές αδυναμίες ενός συστήματος που διαθέτει υπηρεσίες, αρμοδιότητες και θεσμικά εργαλεία, αλλά εξακολουθεί να χωλαίνει στην πράξη. Αναδεικνύει πόσο εύκολα ένα παιδί μπορεί να χαθεί μέσα στις ρωγμές ενός κατακερματισμένου συστήματος, όταν κανείς δεν διαθέτει την πλήρη εικόνα, κανείς δεν φέρει τη συνολική ευθύνη και κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να ενώσει τα κομμάτια.
Επτά δίκτυα, καμία ενιαία εποπτεία
Ο Γιώργος Νικολαΐδης, ψυχίατρος και διευθυντής στη Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, επισήμανε στην Ta Nea ότι στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται ο διοικητικός κατακερματισμός. «Συγκεκριμένα, έχουμε 7 διαφορετικές δικτυώσεις κοινωνικοπρονοιακών υπηρεσιών, από διαφορετικά υπουργεία, που έχουν διαφορετικές αρμοδιότητες, διαφορετικό μοντέλο διοίκησης και διαφορετικούς τρόπους δουλειάς. Και όλες τους είναι υποστελεχωμένες, με τα 2/3 του προσωπικού να είναι συμβασιούχοι, οπότε είναι και εναλλασσόμενο το δυναμικό».
Οι κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων, της Περιφέρειας, της Γενικής Γραμματείας Πρόνοιας, της εταιρείας προστασίας ανηλίκων του υπουργείου Δικαιοσύνης, του υπουργείου Υγείας και της εκπαίδευσης λειτουργούν παράλληλα, χωρίς ενιαία γραμμή δράσης. Το αποτέλεσμα, όπως εξηγεί ο κ. Νικολαΐδης, είναι ότι «ο καθένας αναδιπλώνεται στο μικρό κομματάκι που αντιστοιχεί στην αρμοδιότητά του και εν τέλει "χάνεται" ο άνθρωπος που έχει το πρόβλημα».
Πρωτόκολλο από το 2023 παραμένει στα χαρτιά
Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά η παιδική προστασία, τονίζει ο Νικολαΐδης, απαιτείται συνεκτικό δίκτυο υπηρεσιών με σαφείς ευθύνες και διακλαδική συνεργασία. «Χρειάζεται διακλαδική διατομεακή συνεργασία, ώστε να μπορούν να συνεργαστούν μεταξύ τους ο εισαγγελέας, ο αστυνομικός, ο κοινωνικός λειτουργός, ο παιδοψυχίατρος, ο παιδίατρος και ο εκπαιδευτικός. Στην Ελλάδα, έχουμε πάρα πολύ ισχνή παράδοση διακλαδικής διατομεακής συνεργασίας».
Το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού έχει παράξει αντίστοιχα πρωτόκολλα. Τον Ιούλιο του 2023, στο πλαίσιο θεσμικής ρύθμισης με ΦΕΚ, ολοκληρώθηκε ενιαίο εθνικό πρωτόκολλο για την αντιμετώπιση περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, με σαφή βήματα για κάθε εμπλεκόμενη υπηρεσία. «Το καταθέσαμε τον Ιούλιο του 2023, και δεν έχει θεσπιστεί. Είναι ακόμη στα χαρτιά. Δεν υπάρχει γενικότερα ενιαίο πρωτόκολλο για κανένα είδος κακοποίησης ή παραμέλησης παιδιών στην Ελλάδα», δήλωσε ο κ. Νικολαΐδης.
Ο ίδιος επεσήμανε ότι τα παιδιά της Κυψέλης νοσηλεύονται αυτή τη στιγμή σε νοσοκομεία, χωρίς να υπάρχει κανείς που να έχει την εποπτεία του τι θα συμβεί στη συνέχεια. «Μιλάμε για ένα τραγικό έλλειμμα του συστήματος. Σε όλη την υπόλοιπη γεωγραφική ευρωπαϊκή ήπειρο δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, καθώς ένα παιδί θα πάει σε μία ανάδοχη οικογένεια, στο πλαίσιο της επαγγελματικής επείγουσας αναδοχής».
Ελλείψεις προσωπικού και στην Εισαγγελία Ανηλίκων
Ο δικηγόρος και Δρ. εγκληματολογίας Παναγιώτης Παπαϊωάννου επισήμανε στην Ta Nea ότι η υπόθεση της Κυψέλης ανέδειξε με δραματικό τρόπο την απουσία ουσιαστικής συναρμογής ανάμεσα σε κρίσιμες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της Εισαγγελίας Ανηλίκων, οι οποίες λειτουργούν παράλληλα με σοβαρές ελλείψεις προσωπικού.
«Όταν σε μία κοινωνία χρειάζεται να υπάρχουν τρία άτομα για να γίνουν τρεις δουλειές, και τελικά υπάρχει μόνο ένας, δεν θα γίνει και η δουλειά σωστά. Είναι ανάγκη να ενισχυθούν οι πρώτες γραμμές όλων των υπηρεσιών, με περισσότερους και καλύτερα εξειδεικευμένους και έμπειρους υπαλλήλους», δήλωσε ο κ. Παπαϊωάννου.
Το κρίσιμο ερώτημα που θέτουν και οι δύο ειδικοί παραμένει αναπάντητο: πόσες προειδοποιήσεις πρέπει να καταγραφούν και πόσοι φάκελοι να ανοίξουν προτού κάποιος αναλάβει πλήρως την ευθύνη για την ασφάλεια ενός παιδιού; Στην υπόθεση της Κυψέλης, όλα τα κομμάτια ήταν ορατά — αλλά κανείς δεν τα ένωσε έγκαιρα.
Source: Ta Nea