Δολοφονία Καρουάνα Γκαλιζία: Ποιος έδωσε την εντολή παραμένει αναπάντητο

Η αθώωση του επιχειρηματία Γιόργκεν Φένεκ άφησε ανοιχτό το κεντρικό ερώτημα για τη δολοφονία της Μαλτέζας δημοσιογράφου το 2017.

Η αθώωση που δεν έκλεισε την υπόθεση

Σχεδόν εννέα χρόνια μετά τη δολοφονία της Ντάφνι Καρουάνα Γκαλιζία, η Μάλτα παραμένει χωρίς απάντηση στο πιο κρίσιμο ερώτημα της υπόθεσης: ποιος πλήρωσε για να τη σκοτώσουν. Σύμφωνα με το In.gr, η αθώωση του 44χρονου επιχειρηματία Γιόργκεν Φένεκ — κληρονόμου μιας από τις μεγαλύτερες περιουσίες της χώρας — όχι μόνο δεν έκλεισε την υπόθεση, αλλά την επανέφερε με αναβαθμισμένη ένταση στο δημόσιο διάλογο.

Η απόφαση των ενόρκων ήρθε έπειτα από τη μακροβιότερη δίκη για φόνο στην ιστορία της Μάλτας. Η οικογένεια της δημοσιογράφου χαρακτήρισε την έκβαση «άρνηση δικαιοσύνης», ενώ η αντιπολίτευση ζήτησε την άμεση επανασύγκληση του κοινοβουλίου.

Βόμβα κάτω από το κάθισμα οδηγού

Η Καρουάνα Γκαλιζία δολοφονήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2017, όταν βόμβα τοποθετημένη κάτω από το κάθισμα του οδηγού ανατίναξε το νοικιασμένο αυτοκίνητό της λίγα μέτρα από το σπίτι της. Για χρόνια είχε εξελιχθεί σε μία από τις πιο ισχυρές και ταυτόχρονα πιο πολωτικές δημοσιογραφικές φωνές της Μάλτας. Το ιστολόγιό της, Running Commentary, συγκέντρωνε τεράστιο αναγνωστικό κοινό και δημοσίευε αποκαλύψεις για πολιτικούς, επιχειρηματίες και οικονομικά συμφέροντα.

Η δουλειά της είχε αρχίσει να την απομονώνει. Ο γιος της, Άντριου, κατέθεσε ότι η ατμόσφαιρα γύρω της είχε γίνει ασφυκτική: άνθρωποι την κοιτούσαν επίμονα όταν κυκλοφορούσε στη Βαλέτα, εκείνη περιόριζε τις εξόδους της και άλλαζε συχνά τις καθημερινές της συνήθειες. Στο παρελθόν είχαν σημειωθεί εμπρησμοί, ενώ είχαν σκοτωθεί και σκυλιά της οικογένειας.

Παρά τις απειλές, συνέχιζε να ερευνά υποθέσεις που έφταναν μέχρι την κορυφή της πολιτικής εξουσίας. Μέσα από τα Panama Papers είχε εντοπίσει offshore εταιρείες συνδεδεμένες με τον τότε υπουργό Ενέργειας Κόνραντ Μίτσι και τον προσωπάρχη του πρωθυπουργού Τζόζεφ Μουσκάτ, Κιθ Σκέμπρι. Την περίοδο πριν από τη δολοφονία της ερευνούσε επίσης ένα ενεργειακό έργο αξίας περίπου 500 εκατ. ευρώ — την κατασκευή μονάδας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με φυσικό αέριο. Μέτοχος της εταιρείας Electrogas, που ανέλαβε το έργο, ήταν ο Γιόργκεν Φένεκ.

Η εισαγγελία θα υποστήριζε χρόνια αργότερα ότι ο Φένεκ είχε κίνητρο να σταματήσει νέες αποκαλύψεις. Οι ένορκοι, όμως, δεν πείστηκαν.

Το FBI και τα τηλέφωνα μιας χρήσης

Η έρευνα για τη δολοφονία κινήθηκε γρήγορα στην αρχή. Οι αδελφοί Τζορτζ και Άλφρεντ Ντετζόρτζιο και ο συνεργός τους Βίνσεντ Μουσκάτ είχαν χρησιμοποιήσει κινητά τηλέφωνα μιας χρήσης για να οργανώσουν την επίθεση, αλλά έκαναν ένα σοβαρό λάθος: συχνά τα κουβαλούσαν μαζί με τα προσωπικά τους κινητά. Η ομάδα ανάλυσης κινητών τηλεφώνων του FBI, που βρισκόταν εκείνη την περίοδο στην Ευρώπη και έφτασε στη Μάλτα λίγες ώρες μετά την έκρηξη, κατάφερε να συνδέσει τις συσκευές μεταξύ τους και εντόπισε ακόμη και το μήνυμα που φέρεται να χρησιμοποιήθηκε για την πυροδότηση της βόμβας.

Τον Δεκέμβριο του 2017 οι τρεις άνδρες συνελήφθησαν. Οι δύο αδελφοί καταδικάστηκαν αργότερα σε ισόβια, ενώ ο Βίνσεντ Μουσκάτ έλαβε ποινή 15 ετών αφού συμφώνησε να συνεργαστεί με τις αρχές. Οι εκτελεστές, σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στη δικαιοσύνη, δεν γνώριζαν ποιος ήταν ο τελικός εντολέας. Ο Μουσκάτ, όμως, γνώριζε ένα κρίσιμο όνομα: εκείνο του μεσάζοντα.

«Έκανα παρέα με ένα λιοντάρι»

Ο Μέλβιν Θέουμα ήταν οδηγός ταξί και άνθρωπος του ιπποδρόμου. Είχε γνωρίσει τον Φένεκ και οι δύο άνδρες ανέπτυξαν σχέση, αν και ο Θέουμα ποτέ δεν την παρουσίαζε ως σχέση μεταξύ ίσων. «Έκανα παρέα με ένα λιοντάρι και εγώ είμαι ένα κουνούπι», είπε κάποτε στο δικαστήριο. Σύμφωνα με το εκτενές ρεπορτάζ του Guardian, που καταγράφει το In.gr, η εισαγγελία τον παρουσίασε ως τον άνθρωπο που συνέδεε τον Φένεκ με τους εκτελεστές.

Το 2019 ο Θέουμα έλαβε προεδρική χάρη με αντάλλαγμα την κατάθεσή του και μετατράπηκε στον κεντρικό μάρτυρα της υπόθεσης. Οι κρυφές ηχογραφήσεις που είχε κάνει — επειδή, όπως ισχυρίστηκε, φοβόταν για τη ζωή του — έγιναν ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της δίκης. Σε μία από αυτές ο Φένεκ ακουγόταν να λέει: «Μην ανησυχείς για μένα, κανείς δεν μπορεί να με αγγίξει».

Διαρροές και πολιτικές συνδέσεις

Η δίκη, παρότι δεν απέδωσε καταδίκη για τον εγκέφαλο της δολοφονίας, έφερε στο φως μια σκοτεινή εικόνα για τα τεκταινόμενα γύρω από την έρευνα. Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, η αστυνομία είχε αναγνωρίσει τον Φένεκ ως ύποπτο ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2018, αλλά χρειάστηκαν μήνες μέχρι να εγκριθεί η παρακολούθηση των τηλεφωνικών επικοινωνιών του. Τα σχετικά εντάλματα υπέγραφε ο ίδιος ο τότε πρωθυπουργός Τζόζεφ Μουσκάτ — ο επικεφαλής κυβέρνησης που αποτελούσε βασικό αντικείμενο των ερευνών της δολοφονημένης δημοσιογράφου.

Ο πρωθυπουργικός προσωπάρχης Κιθ Σκέμπρι συμμετείχε επίσης σε ενημερώσεις για την αστυνομική έρευνα. Η κατηγορία που εμφανίστηκε αργότερα ήταν εκρηκτική: ότι ο Σκέμπρι διέρρεε στον Φένεκ απόρρητες πληροφορίες σχετικά με την έρευνα. Ο Φένεκ παραδέχθηκε ότι μετέφερε στον Θέουμα πληροφορίες που λάμβανε από τον Σκέμπρι, ενώ σε παλαιότερη δικαστική διαδικασία είχε δηλώσει ότι ο Σκέμπρι ενημερωνόταν «συνεχώς» και σχεδόν «σε πραγματικό χρόνο». Οι δύο άνδρες δεν ήταν απλώς συνάδελφοι: έπαιζαν ποδόσφαιρο μαζί, έκαναν διακοπές και διατηρούσαν στενή προσωπική σχέση.

Η αθώωση του Φένεκ άφησε το ερώτημα για τον εντολέα της δολοφονίας αναπάντητο, προκαλώντας νέα πολιτική αναταραχή σε μια χώρα που εξακολουθεί να αναζητά τη δικαιοσύνη για την πιο διάσημη δημοσιογράφο της.

Source: In.gr

Read this article in English