Δίκη Τεμπών: Επιζώντες κατέθεσαν για τη σύγκρουση – απόντες οι γονείς Μόλχο
Οι γονείς της Εριέττας Μόλχο δεν κατάφεραν να καταθέσουν στη δίκη των Τεμπών. Δύο επιζώντες περιέγραψαν με λεπτομέρεια τις στιγμές της σύγκρουσης.

Γονείς Μόλχο απόντες – επιζώντες κατέθεσαν για τη σύγκρουση στα Τέμπη
Οι γονείς της Εριέττας Μόλχο δεν παρέστησαν στη σημερινή συνεδρίαση της δίκης των Τεμπών, παρότι η κατάθεσή τους ήταν προγραμματισμένη, σύμφωνα με το To Vima. Ο συνήγορός τους μετέφερε στο δικαστήριο ότι ο Αλβέρτος Μόλχο και η Μαρία Μαγειρέλη προσπάθησαν να προετοιμαστούν για να μιλήσουν, αλλά τελικά αδυνατούσαν να το πράξουν.
Ο δικηγόρος της οικογένειας ανακοίνωσε στην έδρα ότι την προηγούμενη εβδομάδα συστάθηκε κοινωφελές ίδρυμα στο όνομα της Εριέττας, το οποίο πρόκειται να ξεκινήσει σύντομα τη λειτουργία του. Ανέφερε επίσης τη δημιουργία επώνυμης Πανεπιστημιακής Έδρας Τεχνητής Νοημοσύνης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στη μνήμη της. Η Εριέττα σπούδαζε αρχιτεκτονική. Ο συνήγορος παρέδωσε επίσης στα μέλη της σύνθεσης λεύκωμα με έργα που είχε δημιουργήσει η ίδια εν ζωή.
Η κατάθεση Καρατζούνη: «Άρχισα να απομακρύνομαι σερνόμενος»
Η συνεδρίαση ξεκίνησε με την εξέταση του Αριστείδη Καρατζούνη, στον οποίο δόθηκε προτεραιότητα ως τραυματία. Καθισμένος σε καρέκλα μπροστά από το βήμα, με ήρεμη και σταθερή φωνή, ο επιζών περιέγραψε τις στιγμές της σύγκρουσης.
Ταξίδευε από την Αθήνα στο πρώτο κουπέ του δεύτερου βαγονιού. Παρακολουθούσε ταινία στο κινητό του όταν αισθάνθηκε απότομο φρενάρισμα και έπεσε προς τα εμπρός. Αντικείμενα εκσφενδονίζονταν και επιβάτες χτυπούσαν ο ένας πάνω στον άλλον. Πρόλαβε μόνο να βάλει το χέρι μπροστά στο πρόσωπό του πριν χάσει τις αισθήσεις του.
«Όταν άνοιξα τα μάτια μου ήμουν εκεί, να κείτομαι και δυσκολευόμουν λίγο να αντιληφθώ τι έχει συμβεί», κατέθεσε. Δυσκολευόταν να αναπνεύσει και δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος. Περιέγραψε τον καπνό, το αίμα, το χώμα και τη μυρωδιά καμένου μετάλλου που εξακολουθεί να θυμάται. «Κατάλαβα ότι δεν ήμουν σε θέση να σηκωθώ, οπότε άρχισα να απομακρύνομαι από εκεί σερνόμενος».
Δύο ημέρες μετά, ένας άνθρωπος που βρισκόταν στο σημείο επικοινώνησε μαζί του και του είπε ότι τον είχαν θεωρήσει νεκρό, τον είχαν σκεπάσει με ένα μπουφάν και είχαν συνεχίσει για να βοηθήσουν άλλους. Αφού ανέκτησε τις αισθήσεις του, είδε φωτιά να εξαπλώνεται και άκουσε φωνές που ζητούσαν βοήθεια.
Σε ερώτηση της προέδρου αν είχε ακούσει έκρηξη, απάντησε: «Δεν έχει καταγράψει κάτι τέτοιο ο εγκέφαλός μου». Τον θόρυβο που αντιλήφθηκε τον χαρακτήρισε ως θόρυβο σύγκρουσης. Μέσα στο έντονο κρύο, μια κοπέλα του έδωσε ένα ρούχο από τη βαλίτσα της. Με βοήθεια νεαρού επιβάτη έφτασε στον δρόμο, όπου τον παρέλαβε τραυματοφορέας.
«Κατέβασα το καθρεφτάκι και είδα ένα πρόσωπο που δεν μπορούσα να αναγνωρίσω τον εαυτό μου», είπε, αναφερόμενος στις στιγμές που είχε αρχίσει να χάνει τις ελπίδες του. Μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας με τραύμα στο κεφάλι, κατάγματα στη σπονδυλική στήλη και τον αυχένα, σπασμένα πλευρά και θλάση στον πνεύμονα. Διευκρίνισε ότι δεν είχε υποστεί εγκαύματα.
Η κατάθεση Ξανθόπουλου: Προσπάθεια να σώσει την Ιφιγένεια
Ο Αριστοφάνης Ξανθόπουλος, επιζών και σύντροφος της Ιφιγένειας Μήτσκα που σκοτώθηκε στη σύγκρουση, κατέθεσε για την προσπάθειά του να την απεγκλωβίσει από το τρίτο βαγόνι. Ταξίδευαν στις θέσεις 65 και 67, με την πλάτη προς την κατεύθυνση κίνησης του τρένου — η Ιφιγένεια στο παράθυρο, εκείνος στον διάδρομο.
Αρχικά δεν κατάλαβε ότι είχε γίνει σύγκρουση. Είδε την Ιφιγένεια με το μισό σώμα μέσα στο βαγόνι και το άλλο μισό έξω από το παράθυρο. «Με τη μία έτρεξα και προσπάθησα να τη σηκώσω, αλλά ήταν σφηνωμένη σε κάτι λαμαρίνες. Άρχισα να φωνάζω για βοήθεια». Ένας συνεπιβάτης από τις θέσεις πίσω τους τον βοήθησε και μαζί κατάφεραν να τη μετακινήσουν.
«Εγώ προσπαθούσα να καταλάβω εάν υπήρχε περίπτωση να είναι στη ζωή. Φώναζα Ιφιγένεια, Ιφιγένεια», κατέθεσε. Την τοποθέτησαν κοντά στην έξοδο. Ο συνεπιβάτης βρήκε το κινητό του και ο Αριστοφάνης κάλεσε τον πατέρα του, ο οποίος τον προέτρεψε να βγει και να αναζητήσει βοήθεια.
Βγήκε από παράθυρο και συνάντησε πυροσβέστες, στους οποίους ανέφερε ότι στο τρίτο βαγόνι υπήρχαν εγκλωβισμένοι. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, οι πυροσβέστες τον ακολούθησαν και τους υπέδειξε το βαγόνι, ωστόσο οι ίδιοι δεν τον άφησαν να προχωρήσει: «Είπαν ότι είμαι βαριά τραυματισμένος». Τον μετέφεραν σηκωτό στο ασθενοφόρο. Ο ίδιος είχε υποστεί κατάγματα στα άκρα και εγκαύματα.
Απαντώντας στις ερωτήσεις της προέδρου, ανέφερε ότι τα φώτα έσβησαν και ότι υπήρχαν καπνός και μια έντονη, ασυνήθιστη μυρωδιά που είχε μείνει ακόμα και στα ρούχα του. Κατέθεσε ότι είδε φωτιά κάτω από το βαγόνι τους — και ότι αυτός ήταν ο λόγος που επιχείρησε να μετακινήσουν την Ιφιγένεια. Σε ερώτηση συνηγόρων αν οι πυροσβέστες που συνάντησε έκαναν πυρόσβεση, απάντησε αρνητικά.
Κατάθεση για τον Γιώργο Κυριακίδη
Με σπασμένη φωνή, ο Δημήτριος Κυριακίδης μίλησε για τον πατέρα του, τον 66χρονο Γιώργο Κυριακίδη από το Κορδελιό Θεσσαλονίκης, πατέρα δύο παιδιών και παππού επτά εγγονιών. Περιέγραψε έναν άνθρωπο που, ακόμα και όταν εργαζόταν στην Αμερική, επέστρεφε συχνά. «Τον αισθανόμουν κοντά μου ενώ έλειπε πολύ», κατέθεσε.
Όταν ο Δημήτριος ήταν δέκα ετών, ο πατέρας του επέστρεψε μόνιμα στην Ελλάδα και παρέμεινε κοντά στα παιδιά του ακόμα και αφού απέκτησαν δικές τους οικογένειες. «Η απώλειά του δεν μπορεί να καλυφθεί», κατέθεσε, αναφέροντας ότι η οικογένεια προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του μέσα από τις κοινές ιστορίες.
Source: To Vima